Πώς αντιμετωπίζουμε μία πληγή

Η πληγή αφορά τον τραυματισμό του δέρματος και των υποκείμενων μαλακών μορίων. Μπορεί να προκαλείται από κάποιο αιχμηρό αντικείμενο ή από κάποιο αμβλύ τραυματισμό. Οι πληγές από αιχμηρά αντικείμενα, όπως μαχαίρια, καρφιά κ.α. μπορεί, ακόμα και αν δεν φαίνονται ιδιαίτερα μεγάλες και δεν πονάνε τόσο πολύ, να εκτείνονται σε βάθος, να επηρεάζουν τις βαθύτερες δομές, όπως οι τένοντες, οι μύες, αγγεία και νεύρα, απαιτούν επομένως ιδιαίτερη προσοχή.

Ποια πληγή μπορώ να αντιμετωπίσω χωρίς ιατρική βοήθεια?

Κάθε πληγή χρειάζεται άμεση φροντίδα καθώς μπορεί να μολυνθεί αν επιτραπεί σε βακτήρια να συσσωρευτούν στην περιοχή. Μία μικρή επιφανειακή πληγή ή ένα μικρό κόψιμο μπορεί να αντιμετωπιστεί στο σπίτι. Αρχικά καθαρίστε την πληγή με άφθονο νερό. Σε περίπτωση μικρής αιμορραγίας, πιέστε με μία γάζα έως ότου σταματήσει. Στη συνέχεια καθαρίστε την πληγή με ένα αντισηπτικό (οξυζενέ, octenisept, betadine κλπ.) και καλύψτε το τραύμα με μία γάζα και επίδεσμο. Καλό είναι να μην χρησιμοποιείτε αλοιφές σε ανοιχτές πληγές. Αν η πληγή πονάει μπορείτε να πάρετε κάποιο αντιφλεγμονώδες (π.χ. ιβουπροφένη) ή παρακεταμόλη.

Πότε πρέπει να επισκεφθώ τον ιατρό?

  • Μεγάλης έκτασης πληγή ή βρώμικη πληγή ή πληγή με συνεχιζόμενη αιμορραγία.
  • Πληγή από τρύπημα (καρφί, αγκίστρι, μαχαίρι). Οι πληγές αυτές αν και συχνά είναι μικρές, εκτείνονται σε βάθος, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος σοβαρότερου τραυματισμού ή μόλυνσης. Σε περίπτωση που το αιχμηρό αντικείμενο έχει μείνει στην πληγή μην το αφαιρείτε καθώς μπορεί να προκληθεί μεγαλύτερη ζημιά.
  • Πληγή από δάγκωμα ανθρώπου ή ζώου. Οι πληγές αυτές συνοδεύονται από υψηλό κίνδυνο μόλυνσης, λόγω του μεγάλου αριθμού μικροβίων στο στόμα του ανθρώπου και των ζώων. Ακόμα και μικρές τέτοιες πληγές απαιτούν προσεκτικό καθαρισμό και ενδεχομένως αντιβιοτική κάλυψη.
  • Πληγή η οποία παρά τις αρχικές ενέργειες δεν κλείνει ή εμφανίζει ερυθρότητα, πρήξιμο ή εκροή πύου.
  • Ο πόνος επιμένει ή μία πληγή που δεν πονούσε αρχικά πονάει έντονα.

Ο ιατρός σας θα καθαρίσει την πληγή, θα σταματήσει την αιμορραγία, θα αποφασίσει πως να κλείσει την πληγή και αν χρειάζονται ράμματα και θα αποφασίσει αν χρειάζεστε κάλυψη με αντιβίωση ή αντιτετανικό όρο ή εμβόλιο. Στο σημείο αυτό προκύπτουν δύο ιδιαίτερα σημαντικά ζητήματα α) ο τέτανος και β) η αντιβιoτική κάλυψη.

Ο τέτανος είναι μία ιδιαίτερα σπάνια αλλά επικίνδυνη λοίμωξη. Ο εμβολιασμός (με 3 δόσεις) είναι υποχρεωτικός στην παιδική ηλικία και 1 δόση πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 10 χρόνια. Επομένως σε περίπτωση που δεν έχει πραγματοποιηθεί ο βασικός εμβολιασμός ή έχουν περάσει περισσότερα από 10 χρόνια από τον τελευταίο εμβολιασμό, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος του τετάνου. Στην περίπτωση των τραυμάτων διακρίνουμε 3 περιπτώσεις:

  1. Αν ο ασθενής δεν έχει λάβει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό με 3 δόσεις στο παρελθόν, χορηγείται το συντομότερο δυνατόν το εμβόλιο του τετάνου και συμπληρωματικά μία ή περισσότερες δόσεις αντιτετανικού ορού ανάλογα με την φύση και την επικινδυνότητα του τραύματος.
  2. Αν ο ασθενής έχει λάβει 3 δόσεις στο παρελθόν του εμβολίου και έχουν περάσει λιγότερα από 5 χρόνια από τον τελευταίο εμβολιασμό τετάνου, δεν χρειάζεται ούτε αντιτετανικός ορός, ούτε αντιτετανικό εμβόλιο και περιοριζόμαστε στην συνήθη αντιμετώπιση του τραύματος.
  3. Αν το τραύμα είναι υψηλού κινδύνου για τέτανο (καθαρισμός μετά από παρέλευση 3 ωρών, έκθεση σε κόπρανα ή οργανικά υπολείμματα) και έχουν παρέλθει πέντε ως δέκα έτη από τον τελευταίο εμβολιασμό, θα πρέπει να χορηγηθεί μόνο μια δόση του αντιτετανικού εμβολίου.

Σε κάθε είδος τραύματος, εάν δεν γνωρίζουμε το χρόνο ή έχουν περάσει πάνω από 10 έτη από τον τελευταίο εμβολιασμό, κάνουμε ταυτόχρονα το αντιτετανικό εμβόλιο με τον αντιτετανικό ορό αλλά σε διαφορετική θέση ένεσης το καθένα.

 

Η χορήγηση αντιβίωσης εξαρτάται από την φύση και την επικινδυνότητα του τραύματος. Σε καμία περίπτωση δεν χρειάζεται κάθε πληγή αντιβίωση και η αντιβίωση δεν προστατεύει πάντα από την εκδήλωση μιας λοίμωξης. Η λήψη αντιβίωσης πρέπει να γίνεται μόνο μετά από συμβουλή ιατρού και το είδος και η διάρκεια πρέπει να προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά της πληγής και του ασθενούς.

 

Τα εγκαύματα αποτελούν μία ειδική κατηγορία τραυματισμών του δέρματος. Αφορούν την καταστροφή υπό την επίδραση της θερμότητας των στιβάδων του δέρματος. Διακρίνοννται σε εγκαύματα 3 κατηγορίες:

 

  • 1ου βαθμού: εμφανίζονται ως μια επώδυνη κοκκινίλα του δέρματος, αφορούν μόνο την επιφανειακή στιβάδα του δέρματος και υποστρέφουν πλήρως. Αποτελούν τη συχνότερη μορφή με κυριότερο εκπρόσωπο τα ηλιακά εγκαύματα.
  • 2ου βαθμού: εμφανίζονται ως μια επώδυνη κοκκινίλα του δέρματος με φουσκάλες, αφορούν και τις ενδιάμεσες στιβάδες του δέρματος.
  • 3ου βαθμού: αφορούν και τις βαθύτερες στιβάδες του δέρματος. Το δέρμα εμφανίζεται σκούρο, σταχτί ή μαύρο και συχνά είναι ανώδυνο. Μερικώς η βλάβη είναι μη αναστρέψιμη.

 

Η αντιμετώπιση των εγκαυμάτων εξαρτάται από τον βαθμό, την εντώπιση και την έκτασή τους. Εγκαύματα 1ου βαθμού και εγκαύματα 2ου βαθμού μικρής έκτασης μπορούν να αντιμετωπιστούν στο σπίτι. Αφαιρέστε δαχτυλίδια ή άλλα σφιχτά αντικείμενα από την περιοχή του εγκαύματος. Κρατήστε την περιοχή του εγκαύματος κάτω από δροσερό τρεχούμενο νερό.

Αν εμφανιστεί φουσκάλα μην τη σπάσετε καθώς αυτό αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης. Αν οι φουσκάλες σπάσουν, καθαρίστε απαλά την περιοχή με νερό, εφαρμόστε αντιβιοτική αλοιφή και καλύψτε το έγκαυμα με έναν επίδεσμο με αντικολλητική γάζα. Σε κάθε άλλη περίπτωση συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.