
Το κάταγμα της επιγονατίδας αποτελεί έναν σοβαρό τραυματισμό του γόνατος, με άμεσες επιπτώσεις στην κινητικότητα και τη σταθερότητα της άρθρωσης. Παρότι σχετικά σπάνιο σε σύγκριση με άλλα κατάγματα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό λόγω της θέσης και της λειτουργίας του οστού. Η επιγονατίδα βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος του γόνατος, λειτουργεί ως προστατευτικός θώρακας της άρθρωσης και εμπλέκεται ενεργά στη λειτουργία έκτασης του γόνατος, μέσω της σύνδεσής της με τον τένοντα του τετρακέφαλου μυός.
Σε αυτό το άρθρο, θα δούμε αναλυτικά τι είναι το κάταγμα επιγονατίδας, πώς προκαλείται, ποια είναι τα βασικά συμπτώματα, πώς γίνεται η διάγνωση και – το κυριότερο – ποιες είναι οι θεραπευτικές επιλογές, με έμφαση στις σύγχρονες χειρουργικές τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας.
Τι είναι το κάταγμα επιγονατίδας;
Η επιγονατίδα είναι ένα τριγωνικό, σησαμοειδές οστό που βρίσκεται εντός του τένοντα του τετρακέφαλου και συμμετέχει ενεργά στη σταθερότητα και την κινητικότητα της άρθρωσης του γόνατος. Βρίσκεται σε ιδιαίτερα εκτεθειμένη θέση, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει από άμεσους τραυματισμούς. Παράλληλα, περιβάλλεται από συνδέσμους και αιμοφόρα αγγεία που υποστηρίζουν τη λειτουργία της περιοχής.
Ένα κάταγμα επιγονατίδας μπορεί να προκληθεί είτε από άμεσο πλήγμα, είτε από απότομη σύσπαση των μυών της πρόσθιας επιφάνειας του μηρού. Η δεύτερη περίπτωση είναι πιο σπάνια και αφορά κυρίως δυναμικές κινήσεις ή ατυχήματα σε αθλητικό πλαίσιο.
Αιτίες και επιδημιολογία
Τα κατάγματα της επιγονατίδας οφείλονται συχνότερα σε:
- Πτώσεις με άμεσο τραυματισμό στο μπροστινό μέρος του γόνατος
- Τροχαία ατυχήματα
- Αθλητικές ή εργατικές κακώσεις υψηλής ενέργειας
- Σπανιότερα, από βίαιη σύσπαση του τετρακέφαλου (ιδίως σε νέους αθλητές)
Στατιστικά, καταλαμβάνουν περίπου το 1% των καταγμάτων του σκελετού. Εμφανίζονται συχνότερα σε άνδρες ηλικίας 20–50 ετών, ηλικιακή ομάδα που εκτίθεται συχνότερα σε υψηλής έντασης δραστηριότητες.
Τύποι καταγμάτων επιγονατίδας
Η ταξινόμηση ενός κατάγματος γίνεται με βάση τον αριθμό και τη θέση των σπασμένων τεμαχίων του οστού, καθώς και το κατά πόσο αυτά έχουν μετατοπιστεί. Οι κυριότεροι τύποι είναι:
- Σταθερό κάταγμα (μη παρεκτοπισμένο): Τα οστικά άκρα παραμένουν σε ευθυγράμμιση και η επιγονατίδα διατηρείται ακέραιη.
- Παρεκτοπισμένο κάταγμα: Τα σπασμένα τμήματα της επιγονατίδας έχουν μετατοπιστεί, επηρεάζοντας σημαντικά την ευθυγράμμιση της άρθρωσης και απαιτώντας συνήθως χειρουργική παρέμβαση.
- Συντριπτικό κάταγμα: Η επιγονατίδα έχει κατακερματιστεί σε πολλά μικρά τεμάχια, γεγονός που δυσχεραίνει τη σταθεροποίηση και συχνά απαιτεί ειδικές τεχνικές οστεοσύνθεσης.
- Ανοικτό κάταγμα: Το οστό διαπερνά το δέρμα, δημιουργώντας σοβαρό τραυματισμό στους μαλακούς ιστούς και αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο μόλυνσης.
Συμπτώματα κατάγματος επιγονατίδας
Τα συμπτώματα είναι συνήθως έντονα και εμφανίζονται άμεσα μετά τον τραυματισμό. Περιλαμβάνουν:
- Οξύ πόνο στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος
- Οίδημα και εκχύμωση
- Δυσκολία ή αδυναμία στην κάμψη και έκταση του γόνατος
- Αδυναμία στήριξης και βάδισης
- Αίσθημα αστάθειας
- Ψηλαφητό χάσμα ή ανώμαλη επιφάνεια στην περιοχή της επιγονατίδας
- Αιμάρθρωση (συγκέντρωση αίματος εντός της άρθρωσης)
- Σε σοβαρές περιπτώσεις, παραμόρφωση του γόνατος
πώς διαγιγνώσκεται ένα κάταγμα επιγονατίδας
Η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στην κλινική εξέταση και επιβεβαιώνεται με απεικονιστικές μεθόδους. Πιο συγκεκριμένα:
- Απλή ακτινογραφία γόνατος σε δύο ή περισσότερες λήψεις
- Αξονική τομογραφία (CT) για ακριβέστερη εκτίμηση του αριθμού και της θέσης των οστικών τεμαχίων
- Μαγνητική τομογραφία (MRI) εφόσον υπάρχει υποψία για συνοδές κακώσεις στους τένοντες ή στον χόνδρο
Επιπλέον, είναι σημαντικός ο έλεγχος του ισχίου και της ποδοκνημικής άρθρωσης, ώστε να αποκλειστούν συνοδές κακώσεις.
Αντιμετώπιση κατάγματος επιγονατίδας
Η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από τον τύπο του κατάγματος, την ηλικία και τη συνολική φυσική κατάσταση του ασθενούς. Διακρίνεται σε:
Συντηρητική αντιμετώπιση
Ενδείκνυται κυρίως σε σταθερά, μη παρεκτοπισμένα κατάγματα ή σε ηλικιωμένους ασθενείς με υψηλό χειρουργικό κίνδυνο.
Περιλαμβάνει:
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα ή γύψο για 6–8 εβδομάδες
- Αποφόρτιση της άρθρωσης με βακτηρίες
- Παγοθεραπεία για τη μείωση του οιδήματος
- Σταδιακή φυσικοθεραπεία για αποκατάσταση της κινητικότητας
- Συχνή ιατρική παρακολούθηση με ακτινογραφίες
Χειρουργική αποκατάσταση
Αποτελεί τη συνηθέστερη επιλογή για τα περισσότερα κατάγματα επιγονατίδας, ιδιαίτερα εφόσον παρατηρείται μετατόπιση ή συντριβή.
Η επέμβαση περιλαμβάνει:
- Σταθεροποίηση των οστικών τεμαχίων με μεταλλικά σύρματα, βελόνες ή βίδες
- Ανάταξη του κατάγματος και αποκατάσταση της ανατομικής συνέχειας
- Σε περιπτώσεις με συνοδές ρήξεις τενόντων, εφαρμογή ραμμάτων αγκύρωσης (anchors)
Η επέμβαση γίνεται υπό ραχιαία ή γενική αναισθησία και η νοσηλεία διαρκεί συνήθως 1–2 ημέρες. Επίσης, η κινητοποίηση αρχίζει νωρίς, με ειδικό νάρθηκα και ελεγχόμενη κάμψη, ώστε να αποφευχθούν οι επιπλοκές της ακινησίας.
Τα υλικά οστεοσύνθεσης (π.χ. σύρματα) αφαιρούνται σε δεύτερο χρόνο, εφόσον είναι αναγκαίο – συνήθως μετά από 12–18 μήνες.

Τενόντιες κακώσεις του εκτατικού μηχανισμού
Ένα σημαντικό ποσοστό των καταγμάτων στην επιγονατίδα συνοδεύεται από ρήξεις του τένοντα του τετρακέφαλου ή του επιγονατιδικού τένοντα, με αποτέλεσμα πλήρη αδυναμία έκτασης του γόνατος.
Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα και επιβεβαιώνεται με ακτινογραφία (χαμηλή ή ψηλή θέση της επιγονατίδας) και, εφόσον απαιτείται, με MRI.
Η αποκατάσταση είναι σχεδόν πάντα χειρουργική και γίνεται με:
- Τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας
- Ράμματα αγκύρωσης που τοποθετούνται είτε ενδοοστικά είτε με αγκύρια τιτανίου
- Σε μερικές περιπτώσεις, σύρμα συγκράτησης για μεγαλύτερη προστασία (αφαιρείται σε δεύτερο χρόνο)
Αναφορικά με τη μετεγχειρητική αποκατάσταση, αυτή περιλαμβάνει χρήση λειτουργικού νάρθηκα με περιορισμό της κάμψης, βάδιση με βακτηρίες και εξειδικευμένη φυσικοθεραπεία.
Η ορθοπεδική ομάδα του Γιώργου και την Ναταλίας Ρενιέρη διαθέτει εμπειρία και εξειδίκευση στη χειρουργική αποκατάσταση καταγμάτων του γόνατος, με χρήση σύγχρονων τεχνικών ελάχιστης επεμβατικότητας. Κάθε περιστατικό αξιολογείται εξατομικευμένα, με στόχο τη γρήγορη αποκατάσταση της λειτουργίας του γόνατος και την αποφυγή μακροχρόνιων επιπλοκών, όπως η δυσκαμψία ή η αρθρίτιδα.